
ÈåïëïãéêÝò ÅñùôÞóåéò |
Ôåëåõôáßá ÅíçìÝñùóç : 29/4/2012 |
1) ÅðéôñÝðåé ï Èåüò ôçí åëåõèåñßá ôïõ ëüãïõ;
Βεβαßως την επιτρÝπει αφοý ο ºδιος δημιοýργησε λογικÜ üντα, δηλαδÞ που Ýχουν λüγο και δεν εßναι Üλογα. Ας παραθÝσουμε üμως τα παρακÜτω τα οποßα στηρßζουν την παραπÜνω αλÞθεια: α) Ο διÜβολος, üταν εßδε τον ΑδÜμ και την Εýα, ασφαλþς Þθελε να τους θανατþσει, γιατß εßναι ανθρωποκτüνος üπως Ýχει αποκαλýψει ο Κýριος με τα εξÞς λüγια, « εκεßνος ανθρωποκτüνος ην απ' αρχÞς, και εν τη αληθεßα ουκ Ýστηκεν, üτι ουκ Ýστιν αλÞθεια εν αυτþ· üταν λαλÞ το ψεýδος εκ των ιδßων λαλεß, üτι ψεýστης εστß και ο πατÞρ αυτοý. » ( Ιω. η’, 44 ). Ο Θεüς üμως, üπως Þταν επüμενο, δεν του επÝτρεψε να κÜνει αυτü το Ýγκλημα. Να μιλÞσει üμως στην Εýα και να της πει αυτÜ που της εßπε, αυτü του το επÝτρεψε. Δεν τον εμπüδισε δηλαδÞ να μιλÞσει στην Εýα, αν και γνþριζε üτι θα παραπλανηθεß απü τα πονηρÜ του λüγια. ¢ρα ο Θεüς, αφοý ακüμη και στο διÜβολο που εßναι αμετανüητος επιτρÝπει την ελευθερßα του λüγου, πολý περισσüτερο την επιτρÝπει στους ανθρþπους. β) ¼ταν αμÜρτησαν οι πρωτüπλαστοι, ο Θεüς τους κÜλεσε να μιλÞσουν. Επßσης, üταν ο ΚÜιν φüνευσε τον ¢βελ, ο Θεüς τον κÜλεσε να μιλÞσει. ΑλλÜ ο Θεüς καλεß και κÜθε αμαρτωλü να μιλÞσει μαζß Του με τα εξÞς λüγια, « μÜθετε καλüν ποιεßν, εκζητÞσατε κρßσιν, ρýσασθε αδικοýμενον, κρßνατε ορφανþ και δικαιþσατε χÞραν· και δεýτε διαλεχθþμεν, λÝγει Κýριος·» ( Ησ. α’,17-18 ). Το üτι ο Θεüς επιτρÝπει την ελευθερßα του λüγου φαßνεται και απü το üτι επιτρÝπει ακüμη και να τον κρßνουν οι Üνθρωποι, σýμφωνα με το « üπως αν δικαιωθÞς εν τοις λüγοις σου, και νικÞσης εν τω κρßνεσθαß σε. » ( Ψ. 50, 6 ).
γ) Ο ºδιος ο Κýριος, και üταν ακüμη δÝχτηκε ρÜπισμα απü Ýναν υπηρÝτη, του επÝτρεψε να μιλÞσει λÝγοντÜς του, « Ει κακþς ελÜλησα, μαρτýρησον περß του κακοý· ει δε καλþς, τι με δÝρεις; » (Ιω. ιη’, 23 ).
δ) Και βÝβαια το üτι επιτρÝπει ο Θεüς την ελευθερßα του λüγου, δε σημαßνει üτι οι Üνθρωποι μποροýν να λÝνε ανεýθυνα üτι θÝλουν. Ο Κýριος αυτü το Ýχει δηλþσει ρητÜ με τα εξÞς λüγια, « λÝγω δε υμßν üτι παν ρÞμα αργüν ο εÜν λαλÞσωσιν οι Üνθρωποι, αποδþσουσι περß αυτοý λüγον εν ημÝρα κρßσεως· εκ γαρ των λüγων σου δικαιωθÞση, και εκ των λüγων σου καταδικασθÞση. » (Ματ. ιβ’, 36 ). ε) Απαιτεßται λοιπüν να προσÝχει κανεßς τα λüγια του, γιατß υπÜρχει κßνδυνος να κÜνει κατÜχρηση της ελευθερßας του λüγου, την οποßα ελευθερßα την επιτρÝπει ο Θεüς, üπως αναφÝρθηκε παραπÜνω, |
| Áñ÷Þ |
Οι Ýσχατοι χρüνοι, οι Ýσχατες ημÝρες και η εσχÜτη þρα, δεν εßναι ημερολογιακÜ μεγÝθη, αλλÜ πρÜγματα που δεν ελÝγχονται με τις αισθÞσεις αλλÜ με την πßστη. «¸στι δε πßστις ελπιζομÝνων υπüστασις, πραγμÜτων Ýλεγχος ου βλεπομÝνων » ( Εβρ. ια´, 1 ). ¼ταν ο ΙωÜννης πριν δýο χιλιÜδες χρüνια λÝει, « Παιδßα, εσχÜτη þρα εστß » ( Α´ Ιω. β´, 18 ), αν εκεßνη η þρα που τη λÝει Ýσχατη Þταν ημερολογιακÞ, οι σημερινÝς þρες τι εßναι; ¼ταν ο ΙÜκωβος πριν δýο χιλιÜδες χρüνια λÝει, « ¢γε νυν οι πλοýσιοι,…….. εθησαυρßσατε εν εσχÜταις ημÝραις » ( Ιακ. ε´,1- 3), αν εκεßνες οι ημÝρες που τις λÝει Ýσχατες Þταν ημερολογιακÝς, οι σημερινÝς ημÝρες τι εßναι; ¼ταν στο Θ´ Εωθινü ΕυαγγÝλιο η φρÜση, « Ως επ' εσχÜτων των Χρüνων….» που αναφÝρεται στην εμφÜνιση του Κυρßου στους μαθητÝς Του μετÜ την ΑνÜστασÞ Του, πριν δýο χιλιÜδες χρüνια, αν εκεßνοι οι χρüνοι που τους λÝει Ýσχατους Þταν ημερολογιακοß, οι σημερινοß χρüνοι τι εßναι; Και εÜν οι σημερινοß χρüνοι ονομασθοýν Ýσχατοι, οι προηγοýμενοι, που ονομÜστηκαν και αυτοß Ýσχατοι, τι Þταν; ΑυτÜ και Üλλα παρüμοια λÝγονται απü üσους εßναι εγκλωβισμÝνοι στο χωροχρονικü σýστημα και δε χωροýν σε ικανοποιητικü βαθμü στο μÝγα μυστÞριο της πßστεως, Ýστω και αν οι ßδιοι εßναι κατÜ τα Üλλα Üγιοι. Η αγιüτητα του βßου δε συμβαδßζει πÜντοτε με την επßγνωση της αλÞθειας. ¼σο για τους ημερολογιακοýς χρüνους στους οποßους ταιριÜζει και αναφÝρεται η ερþτηση « πüτε;», αυτοß οι χρüνοι εßναι απατηλοß, γιατß εßναι τμÞματα του παρüντος αιþνος, του « απατεþνος ». Ο Κýριος στην ερþτηση των Αποστüλων, « ει εν τω χρüνω τοýτω αποκαθιστÜνεις την βασιλεßαν τω ΙσραÞλ; εßπε δε προς αυτοýς· Ουχ υμþν εστι γνþναι χρüνους Þ καιροýς ους ο πατÞρ Ýθετο εν τη ιδßα εξουσßα, » ( Πρ. α’, 6-7). Ποιος λοιπüν θα διανοηθεß να διαφωνÞσει με αυτÜ τα λüγια του Κυρßου και να διδÜξει δικÝς του διδασκαλßες οι οποßες ασφαλþς θα εßναι ψεýτικες; |
| Áñ÷Þ |
Στο πρþτο σκÝλος της ερþτησης αυτÞς, δηλαδÞ στο πρÝπει, η απÜντηση εßναι, πρÝπει. Στο δεýτερο σκÝλος, δηλαδÞ στο γιατß, η απÜντηση εßναι, για τους παρακÜτω λüγους και üχι μüνο: α) Η κοσμικÞ εξουσßα, üποια και, αν εßναι αυτÞ, ελÝγχεται απü τον ºδιο το Χριστü ο Οποßος εßπε, « Εδüθη μοι πÜσα εξουσßα εν ουρανþ και επß γης ». (Ματ. κη’, 18). β) Ο Απüστολος Παýλος εßπε, « ΠÜσα ψυχÞ εξουσßαις υπερεχοýσαις υποτασσÝσθω· ου γαρ εστιν εξουσßα ει μη υπü Θεοý· αι δε οýσαι εξουσßαι υπü τοý Θεοý τεταγμÝναι εισßν· þστε ο αντιτασσüμενος τÞ εξουσßα τη του Θεοý διαταγÞ ανθÝστηκεν· οι δε ανθεστηκüτες εαυτοßς κρßμα λÞψονται». (Ρωμ. ιγ’, 1-2). γ) Ο ºδιος ο Κýριος υποτÜχτηκε στην εξουσßα του ΠιλÜτου την οποßα του αποκÜλυψε üτι την εßχε απü το Θεü και üχι απü τον εαυτü του. Αυτü φαßνεται απü τον παρακÜτω διÜλογο που εßχαν, « λÝγει ουν αυτþ ο ΠιλÜτος· Εμοß ου λαλεßς; ουκ οßδας üτι εξουσßαν Ýχω σταυρþσαß σε και εξουσßαν Ýχω απολýσαß σε; απεκρßθη Ιησοýς· Ουκ εßχες εξουσßαν ουδεμßαν κατ' εμοý, ει μη ην δεδομÝνον σοι Üνωθεν· διÜ τοýτο ο παραδιδοýς με σοι μεßζονα αμαρτßαν Ýχει ». (Ιω. οιθ’, 10-11). δ) Αφοý ο εν λüγω Χριστιανüς εßναι ευσυνεßδητος, πρÝπει να υποτÜσσεται þστε να μη Ýρχεται σε αντßθεση και με τη συνεßδησÞ του. Ο Απüστολος Παýλος αυτü το τονßζει ιδιαιτÝρως με τα εξÞς λüγια, « διü ανÜγκη υποτÜσσεσθαι, ου μüνον διÜ την οργÞν, αλλÜ και διÜ την συνεßδησιν». (Ρωμ. ιγ’, 5). ε) ΕπιπλÝον πρÝπει να υποτÜσσεται ο πιστüς και για να δßνει το παρÜδειγμα στους Üλλους, αν μÜλιστα αυτüς ο ßδιος διδÜσκει την αξßα και σημασßα της υπακοÞς. ΔιαφορετικÜ με ποια μοýτρα θα τους βλÝπει; στ) ¸νας üμως που δε γνωρßζει Þ ακüμα χειρüτερα, δεν πιστεýει και δεν αποδÝχεται τα παραπÜνω, αυτüς μπορεß να μετÝρχεται πολλοýς τρüπους, θεμιτοýς και αθÝμιτους, για να αποσπÜσει την εýνοια αυτþν που ασκοýν την οποιαδÞποτε εξουσßα Þ για να τους αναγκÜσει να αλλÜξουν γνþμη. Αυτüς μπορεß να δÝχεται ακüμη και ξεσηκωμοýς και ομαδικÝς συμπαραστÜσεις απü οπαδοýς του προκειμÝνου να πετýχει το σκοπü του. |
| Áñ÷Þ |
¼, τι σημαßνουν οι σýνθετες λÝξεις που Ýχουν δεýτερο συνθετικü τη λÝξη λüγος το οποßο, üπως εßναι γνωστü, αναφÝρεται στο πρþτο συνθετικü. Για παρÜδειγμα, η λÝξη αστρολüγος δηλþνει εκεßνον που ερευνÜ τα αστÝρια του ουρανοý. ¸τσι και η λÝξη θεολüγος δηλþνει εκεßνον που ερευνÜ το Θεü. ΕπειδÞ üμως ο Θεüς εßναι ανεξερεýνητος, απερßγραπτος και ακατÜληπτος ως προς την Ουσßα Του, η λÝξη θεολüγος δηλþνει εκεßνον που ερευνÜ ü, τι αναφÝρεται στο Θεü, γιατß ο Θεüς με τις ενÝργειÝς Του παρÝχει τη δυνατüτητα να γßνεται γνωστüς απü τον Üνθρωπο. Εννοεßται üτι η γνþση αυτÞ δεν εßναι ολοκληρωμÝνη, αλλÜ σχετικÞ και μερικÞ, üπως λÝει και ο Απüστολος Παýλος, « εκ μÝρους γαρ γινþσκομεν και εκ μÝρους προφητεýομεν∙ üταν δε Ýλθη το τÝλειον, τüτε το εκ μÝρους καταργηθÞσεται.....ΒλÝπομεν γαρ Üρτι ως δι' εσüπτρου εν αινßγματι, τüτε δε πρüσωπον προς πρüσωπον » (Α' Κορ. ιγ’, 10 - 12). Η θεογνωσßα βÝβαια αυτÞ του ανθρþπου εξαρτÜται και απü το κατÜ πüσο αυτüς βρßσκεται κοντÜ στο Θεü, γιατß η γνþση του Θεοý δεν εßναι γνωστικισμüς αλλÜ κοινωνßα. ¸τσι ο Üνθρωπος μπορεß να γνωρßσει για το Θεü ü, τι αποκαλýπτει ο ºδιος ο Θεüς στην Αγßα ΓραφÞ και στην Εκκλησßα Του, αλλÜ και üτι λÝνε τα δημιουργßα Του, αφοý « Οι ουρανοß διηγοýνται δüξαν Θεοý, ποßησιν δε χειρþν αυτοý αναγγÝλλει το στερÝωμα » (ψ.18,1). Ο ΙωÜννης ο Δαμασκηνüς αναφÝρει σχετικÜ, « ¼τι μεν ουν Ýστι Θεüς, δÞλον∙ τι δε Ýστι κατ' ουσßαν και φýσιν, ακατÜληπτον τοýτο παντελþς και Üγνωστον»(P.G.94,797). Απü τα παραπÜνω γßνεται αντιληπτü üτι ο χαρακτηρισμüς θεολüγος για Ýνα Üνθρωπο, εßναι σχετικüς και üχι απüλυτος. Το απüλυτο βρßσκεται στο Θεü. Εδþ ταιριÜζει να αναφερθεß το χωρßο της Αγßας ΓραφÞς, « üτι τρεις εισιν οι μαρτυροýντες εν τω ουρανþ, ο ΠατÞρ, ο Λüγος και το Üγιον Πνεýμα, και οýτοι οι τρεις εν εισι. και τρεις εισιν οι μαρτυροýντες εν τη γη, το Πνεýμα και το ýδωρ και το αßμα, και οι τρεις εις το εν εισιν » (Α’ Ιω. ε’, 7-8). Επßσης σχετικÜ εßναι και τα λüγια του Κυρßου, «… και ουδεßς επιγινþσκει τον υιüν ει μη ο πατÞρ, ουδÝ τον πατÝρα τις επιγινþσκει ει μη ο υιüς και ω εÜν βοýληται ο υιüς αποκαλýψαι»(Ματ. ια’, 27), üπως βεβαßως και τα λüγια του Αποστüλου Παýλου για το ¢γιο Πνεýμα üτι, « ημßν δε ο Θεüς απεκÜλυψε διÜ του Πνεýματος αυτοý· το γαρ Πνεýμα πÜντα ερευνÜ, και τα βÜθη του Θεοý »(Α’ Κορ. β’, 10). Ας μη καυχÜται λοιπüν κανεßς Üνθρωπος üτι εßναι θεολüγος με üλη τη σημασßα της λÝξεως, και ας μη υψþνει κÜποιον, περισσüτερο του δÝοντος, ως μεγÜλο θεολüγο, « ßνα μη τυφωθεßς εις κρßμα εμπÝση του διαβüλου »(Α’ Τιμ.γ’, 6). Ας προτιμÜ να υψþνει το Χριστü, γιατß « ο Θεüς αυτüν υπερýψωσε και εχαρßσατο αυτþ üνομα το υπÝρ παν üνομα, ßνα εν τω ονüματι Ιησοý παν γüνυ κÜμψη επουρανßων και επιγεßων και καταχθονßων, και πÜσα γλþσσα εξομολογÞσηται üτι Κýριος Ιησοýς Χριστüς εις δüξαν Θεοý πατρüς »(Φιλ. β’, 9-11). |
| Áñ÷Þ |
|
| Áñ÷Þ |